Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Πως να καθαρίσετε τα μπρούτζινα εύκολα και γρήγορα...!

Όσοι έχουν στο σπίτι τους παλιά μπρούτζινα αντικείμενα ξέρουν πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι να τα καθαρίσεις και να τα κάνεις να φαίνονται σαν καινούργια...

Και κάπου εδώ την λύση μας την δίνει η Coca Cola... Ναι, ναι καλά διαβάσατε... Το γνωστό σε όλους μας αναψυκτικό θα κάνει τα μπακίρια μας να λάμπουν... Και για του λόγου το αληθές σας παραθέτω και τις παρακάτω φωτογραφίες...


Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να πάρετε μια λεκάνη και να την γεμίσετε με την Coca Cola, να βάλετε τα μπρούτζινα μέσα στην λεκάνη και να τα αφήσετε 2-3 λεπτά... Στη συνέχεια τα τρίβετε με ένα συρματάκι και έχετε το παραπάνω αποτέλεσμα...

Και μετά από αυτό έρχεται το μεγάλο ερώτημα... 
Αλήθεια τι είναι αυτό το πράγμα που πίνουμε;

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Μεθυσμένα Αμοριανά...!

Υλικά:

- 1 κιλό αλεύρι
- 500gr κρασί
- 500gr ελαιόλαδο
- 1 κουταλιά του γλυκού αλάτι
- 4 κουταλιές του γλυκού baking powder
- Γλυκό κουταλιού της αρεσκείας σας

Εκτέλεση:

- Πέρνουμε ένα μπολ και ανακατεύουμε πολύ καλά τα υλικά μας (εκτός από το γλυκό του κουταλιού)...
- Για να δούμε αν η ζύμη μας είναι έτοιμη θα πρέπει να ξεκολλάει από τα χέρια μας και από το μπολ...
- Πέρνουμε ένα ταψί και τοποθετούμε πάνω του λαδόκολλα...
- Πέρνουμε την ζύμη μας και κάνουμε μικρά μπαλάκια και τα βάζουμε στο ταψί...
- Με το δάχτυλό μας κάνουν μια λακκούβα στη μέση και εκεί με ένα κουταλάκι βάζουμε λίγη μαρμελάδα...
- Στη συνέχεια πέρνουμε λίγη ζύμη και κλείνουμε τα μπισκοτάκια μας...
- Τα ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180 βαθμούς για περίπου 20 λεπτά...

Σερβίρισμα:

- Τα πασπαλίζουμε με άχνη ζάχαρη άλλα τρώγονται και σκέτα...


Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Αγάπησε τον εαυτό σου, ακόμη κι αν οι άλλοι δε σ’αγαπήσουν ποτέ…!


Για κάποιους η ζωή είναι ένας συνεχόμενος αγώνας να ικανοποιήσουν τους άλλους.
Να μην στενοχωρέσουν τους γύρω. Να αρέσουν σε όλους.
Να μην πεί ποτέ κανένας, κανένα κακό για αυτούς.
Προσπαθούν να γίνουν «όλοι» το σώμα του «ένος».

Πόσο ανέφικτο μπορεί να είναι, όμως, κάτι τέτοιο;
Ο δρόμος της αποδοχής από όλους δεν είναι απλά δύσκολος. Είναι ατελείωτος.
Ανούσιος και χωρίς σκοπό.
Χρειάζεται να ξεπεράσεις τον εαυτό σου, να πουλήσεις τα πιστεύω σου , να πας στην άκρη τις αξίες σου, να πνίξεις τα θέλω σου.
Ο άνθρωπος που θέλει μόνο να γίνεται αποδεκτός είναι στην ουσία ένας άνθρωπος χωρίς προσωπικότητα.
Το πρόσωπο του δεν έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μπορεί να πάρει την μορφή οποιουδήποτε.

Αρκεί να αρέσει.

Η «μανία» της αποδοχής ξεκινάει από το ανασφαλές οικογενειακό περιβάλλον. Κορυφώνεται στην εφηβεία. Όταν ο έφηβος, βγαίνει από την πόρτα του σπιτιού του, για να συναντήσει τους έξω.

Χωρίς να έχει μάθει να αγαπάει τον δικό του εαυτό. Να θέτει τα δικά του όρια.

Όταν η ένταξη στο κοινωνικό σύνολο, στην παρέα ή η αποδοχή από το αντίθετο φύλο μοιάζουν να είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Η όμορφη ή ο όμορφος του Σχολείου γίνεται πρότυπο που πρέπει όλοι να μιμηθούν και να μοιάσουν.

Όταν ο ίδιος …..νιώθει πολύ άσχημος και ασήμαντος.

Ο έφηβος που ζει και αναπτύσσεται με την αγωνία της αποδοχής γίνεται ένας προβληματικός ενήλικας. Ένας ενήλικας που δεν επιλέγει σύμφωνα με τον εαυτό του, τους φίλους του, τον σύντροφο του , την δουλειά του , την διασκέδαση του.
Ένας ενήλικας που όσο και να μεγαλώνει η απόσταση με τον εαυτό του μεγαλώνει. Και μάλλον δεν θα τον συναντήσει ποτέ. Θα περιμένει μια ολόκληρη ζωή να τον αγαπήσουν οι άλλοι.

Ενώ ο ίδιος δεν θα έχει αγαπήσει ποτέ τον εαυτό του.

Πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι ο κόσμος μας είναι διαφορετικός. Δεν γίνεται όλοι να αρέσουμε σε όλους. Πρέπει να δώσουμε μορφή στο πρόσωπο μας. Υπόσταση στο σώμα μας.
Πότε γελάμε και πότε κλαίμε πραγματικά. Δεν έχει σημασία να αποδέχονται οι άλλοι κάτι ψεύτικο. Ο μανδύας του «χαμογελαστού» και του «ευτυχισμένου» δεν φοριέται πάντα.

Χρειάστηκα χρόνια πολλά για να μπορέσω να πω στον απέναντι μου « δεν θέλω αυτό» ή « θέλω το άλλο». Χρειάστηκα χρόνια πολλά για να μιλήσω σε ανθρώπους για πράγματα που με πονούσαν αλλά δεν τους τα έλεγα για να μην στενοχωρηθούν. Χρειάστηκα χρόνια πολλά για να μάθουν κάποιοι άλλοι πόσο τους αγάπησα. Ήθελα να είμαι για όλους εντάξει. Να μην πει ποτέ κανένας ότι δεν με συμπαθεί.
Είναι διαφορετικό να είσαι «καλός» άνθρωπος από το να είσαι «διαθέσιμος» άνθρωπος.
Ο πρώτος μπορεί πραγματικά να προσφέρει.
Ο δεύτερος δεν υπάρχει καν. Χάνεται μέσα στο πλήθος.
Μέσα στις χιλιάδες μάσκες που προσπαθεί να φορέσει για να αρέσει.

Προσπαθήστε να είστε ο εαυτός σας. Αυτός ο μοναδικός, πολύτιμος εαυτός σας που βρέθηκε σε αυτή τη γη με το δικό του μοναδικό πρόσωπο. Τα χαρακτηριστικά του δικού σας προσώπου είναι αυτά που σε άλλους θα αρέσουν και σε άλλους όχι.
Δε γίνεται αλλιώς.
Αφήστε το πρόσωπο σας επιτέλους να αποκαλυφθεί.
Κοιτάξτε στον καθρέπτη.
Στην αρχή μπορεί και εσείς οι ίδιοι να μην αναγνωρίσετε το είδωλο σας.

Αλήθεια, όμως, είναι ο πρώτος άνθρωπος που θα έπρεπε να έχετε γνωρίσει…


Της Μαρίας Χιώτη
Πηγή κειμένου: http://www.anapnoes.gr


Η γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της διαγράφει και προχωρά...!

Για να πέσεις στα πατώματα, για να παρακαλέσεις, σημαίνει πως σε αυτόν που απεγνωσμένα δίνεις την απέραντη σημασία και αγάπη σου, δεν το αξίζει.
Πάει να πει ότι είσαι υπέρ αρκετή για εκείνον, δείχνει πως δεν μπορεί να σε φτάσει και ότι ξεκάθαρα δεν είναι ο άνθρωπος σου. Κανένας άντρας ο οποίος νοιάζεται πραγματικά δεν θα επέτρεπε να βλέπει μια γυναίκα σε τέτοιο χάλι.
Δεν θα την έφτανε ποτέ στο συγκεκριμένο σημείο γιατί θα της έδινε την προσοχή, την αγάπη, τη σημασία του. Θα τη σεβόταν και θα την είχε πάνω από όλα. Θα ήθελε να της δώσει όλα τα καλά και όχι να της προσφέρει απέραντο πόνο και ανασφάλεια.Όταν εσύ ξεχνάς τον εαυτό σου για να βρεις κάπου τον άλλο που ξέρεις πως δεν ήταν ποτέ εκεί για σένα, όταν επιμένεις και παίρνεις πρωτοβουλίες οι οποίες δείχνουν να πέφτουν στο κενό, όταν εσύ βυθίζεσαι για να έχεις απλά μια κουβέντα από τον άλλο, τότε λυπάμαι, αλλά έχασες τον εαυτό σου.

Για να έχεις καταλήξει σε τέτοια συμπεριφορά, σημαίνει πως ο αποδέκτης βρίσκεται σε ένα δικό του κόσμο. Ότι δεν τον νοιάζει για σένα, ότι δεν ασχολείται. Αν το πάρεις και εγωιστικά, σημαίνει πως ανεβαίνει και «πόντους» με την αξία που του δίνεις. Πάψε να βασανίζεσαι και σκέψου ότι θέλετε διαφορετικά πράγματα. Αλλιώς, το κάθε εμπόδιο θα έβρισκε τη λύση του. Το βλέπεις όμως πως αντί για λύσεις, μεγαλώνει το κενό και τα προβλήματα. Κουράζεται με τα μηνύματα σου, κουράζεται να φτάνουν κοντά του τα νέα που σε αφορούν… Θυμώνει και σε έχει διαγράψει εντελώς. Εσύ όμως εκεί….
Γιατί να θες να κάνεις κάτι τέτοιο στον εαυτό σου…; Αγάπησε σε και θα δεις τι γίνεται τότε…
Όταν είσαι σε νεαρή ηλικία να το δικαιολογήσω. Θες να τα δώσεις όλα για όλα για έναν έρωτα. Όταν όμως έχεις χορτάσει από αυτά δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να επιτρέψει μια γυναίκα στον εαυτό της να βρεθεί ξανά σε τέτοια κατάσταση. Σημαίνει ότι δεν ασχολείσαι με άντρα, αλλά με ένα αντράκι το οποίο απολαμβάνει να σε βλέπει να πέφτεις στα πατώματα για τα μάτια του. Πάει να πει, πως δεν είσαι η γυναίκα που θες να δείχνεις προς τα έξω. Η γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της διαγράφει, προχωρά, διασκεδάζει, βρίσκει τρόπους να περνά καλά και χαίρεται τις επιτυχίες της γιατί ξέρει τι της αξίζει. Δεν παρακαλά για τίποτα και το επιδιώκει, δουλεύει για αυτό μέχρι να πετύχει τους στόχους της. Δεν βολεύεται και δεν αρκείται σε τίποτα λιγότερο από ότι πραγματικά επιθυμεί και θέλει.
Μην δίνεις σε κάνεναν πίστωση χρόνου. Μην δίνεις ποτέ δεύτερες ευκαιρίες. Διέγραφε και προχώρα. Ζήσε τη ζωή σου και προκάλεσε αυτόν που πραγματικά αξίζει να είναι δίπλα σου να βρει τρόπους να σε φτάσει, να σε διεκδικήσει και να σε κερδίσει…
Της Μαρίνας Αβραάμ
Πηγή κειμένου: http://www.newsone.gr

Πόσο αξίζετε;

Κάποτε ένας νέος πήγε σε έναν σοφό άντρα και του είπε:
“Έχω έρθει σε σένα για να με συμβουλεύσεις, καθώς αισθάνομαι, ότι δεν αξίζω τίποτα και θέλω να σκοτώσω τον εαυτό μου. Όλοι μου λένε, ότι είμαι χαζός και αποτυχημένος. Σε παρακαλώ, αφέντη, βοήθησέ με.”
Ο σοφός άντρας έριξε μια ματιά στον νεαρό και του είπε: “Συγχώρεσε με, αλλά είμαι πολύ απασχολημένος αυτή την στιγμή και δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Υπάρχει ένα πολύ επείγον περιστατικό στο οποίο πρέπει να πάω. Αλλά, αν δεχτείς να με βοηθήσεις, θα σου ανταποδώσω την χάρη.”
“Φυσικά αφέντη”, απάντησε ο νεαρός. “Ωραία”, είπε ο σοφός άντρας και έβγαλε από το δάχτυλό του ένα ωραίο δαχτυλίδι με ένα πολύτιμο λίθο πάνω.
“Πάρε το άλογο και πήγαινε στην αγορά. Πάρε το δαχτυλίδι και κάνε ό,τι μπορείς για να το πουλήσεις, γιατί χρειάζομαι τα χρήματα για να ξεπληρώσω ένα χρέος. Προσπάθησε να το πουλήσεις σε καλή τιμή και μην συμβιβαστείς με τίποτα λιγότερο από ένα χρυσό νόμισμα. Πήγαινε τώρα και κάνε όσο πιο γρήγορα μπορείς.”
Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι και έφυγε. Όταν έφτασε στην αγορά, έδειξε το δαχτυλίδι σε αρκετούς εμπόρους, οι οποίοι το εξέτασαν με πολύ μεγάλη προσοχή. Αλλά, μόλις άκουγαν ότι το αντάλλασε μόνο με χρυσό έχαναν τελείως το ενδιαφέρον τους. Κάποιοι από τους εμπόρους γέλαγαν με τον νεαρό και κάποιοι άλλοι τον απέρριπταν αμέσως. Μόνο ένας ηλικιωμένος έμπορος έκανε τον κόπο να του εξηγήσει, ότι το χρυσό ήταν πάρα πολύ για το δαχτυλίδι του και ότι θα μπορούσε να το ανταλλάξει με χαλκό ή στην καλύτερη με ασήμι.
Όταν άκουσε αυτά τα λόγια ο νεαρός αναστατώθηκε και θυμήθηκε την συμβουλή του σοφού να μην δεχτεί τίποτα λιγότερο από χρυσό. Αφού γύρισε όλη την αγορά και δεν βρήκε κανέναν αγοραστή, ανέβηκε απογοητευμένος στο άλογο και πήγε πίσω στον σοφό.
“Αφέντη, δεν μπόρεσα να κάνω αυτό που μου ζήτησες. Στην καλύτερη μου έδιναν δυο ασημένια νομίσματα, αλλά μου είπες να μην συμβιβαστώ με τίποτα λιγότερο από χρυσό. Αλλά μου έλεγαν, ότι το δαχτυλίδι δεν αξίζει τόσο”, είπε ο νεαρός.
“Αυτό είναι το σημαντικό”, είπε ο σοφός. “Πριν πας να πουλήσεις κάτι να μάθεις πόσο αξίζει. Και ποιος ξέρει καλύτερα από έναν κοσμηματοπώλη; Πάρε το δαχτυλίδι και πήγαινε γρήγορα στον κοσμηματοπώλη, αλλά μην του πουλήσεις το δαχτυλίδι ό,τι και αν σου προσφέρει. Έλα κατευθείαν σε εμένα.”
Ο νεαρός πήγε στον κοσμηματοπώλη και αφού εξέτασε το δαχτυλίδι για πολύ ώρα με μεγεθυντικό φακό, είπε στον νεαρό: “Πες στον αφέντη σου, ότι του δίνω 58 χρυσά νομίσματαγια το δαχτυλίδι, αλλά αν μου δώσει λίγο χρόνο ακόμα θα το αγοράσω για 70.”
“70 χρυσά νομίσματα”, αναφώνησε ο νεαρός. Γέλασε, ευχαρίστησε τον κοσμηματοπώλη και πήγε πίσω στον σοφό. Όταν εξιστόρησε στον σοφό αυτά που του είπε ο κοσμηματοπώλης, ο σοφός του είπε: “Να θυμάσαι, ότι είσαι και εσύ σαν το δαχτυλίδι, πολύτιμος και ξεχωριστός. Μόνος ένας ειδικός μπορεί να εκτιμήσει την αξία σου. Γιατί, λοιπόν, χάνεις τον χρόνο σου, τριγυρνώντας στην αγορά και ακούγοντας την γνώμη του κάθε ανόητου εμπόρου;”

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Πότε βάζουμε «ν» και άλλα σημαντικά λάθη στην ελληνική γλώσσα...!


Λέμε «τον Νίκο» ή «το Νίκο»; Είναι σωστό το «όσον αφορά σε»; Πότε το κόμμα είναι αχρείαστο και γιατί καμιά φορά τα «που» και «πως» απαιτούν τόνο; Συγκεντρώνουμε δέκα συνηθισμένες παρεξηγήσεις της ελληνικής γλώσσας που προκαλούν συχνά συντακτικά και γραμματικά λάθη, και βρίσκουμε ποια είναι η σωστή τους χρήση σε κάθε περίπτωση.

*Πότε βάζουμε τελικό «ν»;

Γιατί γράφουμε «τον κήπο» αλλά «το γαμπρό»; Όταν το «τον» ή το «την» είναι άρθρο (και όχι αντωνυμία – π.χ. τον μισώ – οπότε παίρνει πάντα τελικό «ν»), παίρνει «ν» εφόσον η λέξη που ακολουθεί ξεκινά από φωνήεν ή από τα εξής σύμφωνα: κ, π, τ, ξ, ψ και μπ, ντ, γκ, τσ, τζ. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις δεν παίρνει «ν». Παρ’ όλα αυτά, γλωσσολόγοι, όπως ο καθηγητής Τσοπανάκης, προτείνουν το αρσενικό άρθρο «τον» να γράφεται πάντα με «ν» ώστε να ξεχωρίζει από το ουδέτερο «το».

*Πότε βάζουμε κόμμα πριν από αναφορική πρόταση;

Πώς αλλάζει το νόημα με ένα κόμμα πριν από αναφορική πρόταση; Πάρτε για παράδειγμα την πρόταση «Δεν έφαγαν τα φρούτα που ήταν σάπια». Έτσι, χωρίς κόμμα, εννοεί πως από όλα τα φρούτα που υπήρχαν, δεν έφαγαν αυτά τα οποία ήταν σάπια. Τώρα, αν γράψουμε «Δεν έφαγαν τα φρούτα, που ήταν σάπια», εννοούμε πως όλα τα φρούτα ήταν σάπια. Στην πρώτη περίπτωση, η αναφορική πρόταση προσδιορίζει άμεσα το υποκείμενο, ενώ στην δεύτερη όχι.

*Πότε παίρνουν τόνο το «που» και το «πως»;
Τα «που» και «πως» τονίζονται όταν είναι ερωτηματικά, ακόμη κι αν βρίσκονται σε πλάγια πρόταση – π.χ. «Πού πας;» ή «Πες μου πώς σε λένε». Επίσης, τονίζονται στις εκφράσεις «πού και πού», «αραιά και πού», «πώς και πώς». Όταν δεν τονίζονται, είναι αναφορικά, δηλαδή το «που» σημαίνει «ο οποίος» και το «πως» σημαίνει «ότι» (π.χ. «εκείνος που φταίει» ή «πες μου πως είναι αλήθεια»).
*Παίρνουν τόνο οι αντωνυμίες «μου, σου, του»;
Στους αδύνατους τύπους των αντωνυμιών όπως οι παραπάνω, προστίθεται τόνος όταν υπάρχει περίπτωση να μπερδευτούν ως εγκλιτικές. Δηλαδή θα γράψουμε «Η φίλη μου είπε» όταν εννοούμε «η δική μου φίλη είπε», ενώ θα γράψουμε «Η φίλη μού είπε» όταν εννοούμε «η φίλη είπε σε εμένα».
*Πότε λέμε «τριάμισι» και πότε «τρεισήμισι»;
Όλα εξαρτώνται από το όνομα που συνοδεύουν τα συγκεκριμένα αριθμητικά. Όταν είναι ουδέτερο, θα πούμε τριάμισι (π.χ. τριάμισι φρούτα και όχι τρεισήμισι φρούτα), ενώ στις άλλες περιπτώσεις θα πούμε τρεισήμισι (π.χ. τρεισήμισι σοκολάτες).
*Πότε το «ότι» γράφεται «ό,τι»;
Ένας εύκολος τρόπος να θυμάστε πότε πρόκειται για «ό,τι» είναι να μπορείτε νοητά να το αντικαταστήσετε με τη λέξη «οτιδήποτε» ή τη φράση «αυτό το οποίο». Σε διαφορετική περίπτωση, το ότι είναι ειδικό και σημαίνει «πως». Στην πρώτη περίπτωση λοιπόν λέμε «Πες μου ό,τι θέλεις» (δηλαδή οτιδήποτε θέλεις/αυτό το οποίο θέλεις) και στη δεύτερη περίπτωση «Πες μου ότι θέλεις» (δηλαδή πες μου πως θέλεις).
*Πότε λέμε «επέλεξε» και πότε «επίλεξε»;
Στην προστακτική, δεν χρησιμοποιούμε χρονική αύξηση (το «ε» πριν το ρήμα ή μετά την πρόθεση). Έτσι, για παράδειγμα, η λέξη «επέλεξε» είναι γ’ πρόσωπο του Αορίστου ενώ η λέξη «επίλεξε» είναι β’ πρόσωπο Προστακτικής. Άλλα παραδείγματα σωστής προστακτικής είναι τα «παράγγειλέ μου» (και όχι παρήγγειλε μου), «υπόκυψε» (και όχι υπέκυψε), «κατάπληξέ τους» (και όχι κατέπληξέ τους).

*Κατ’ αρχήν ή κατ’ αρχάς;
Το «κατ’ αρχήν» σημαίνει «στα βασικά σημεία», όπως για παράδειγμα όταν μιλάμε για ένα νομοσχέδιο που ψηφίστηκε ως προς την ουσία του, τις βασικές αρχές του. Επίσης, σημαίνει «για λόγους αρχής». Αντίθετα, το «κατ’ αρχάς» είναι αυτό που θα πρέπει να χρησιμοποιούμε όταν εννοούμε «στην αρχή, αρχικά».
*Λέμε «όλους όσους» ή «όλους όσοι»;
Το σωστό είναι «χαιρετώ όλους όσοι ήρθαν» και όχι «χαιρετώ όλους όσους ήρθαν» γιατί το «όσοι» είναι υποκείμενο στο ρήμα που ακολουθεί. Ωστόσο, θα πούμε «όλους όσους» όταν αντί για υποκείμενο είναι αντικείμενο (π.χ. στην πρόταση «χαιρετώ όλους όσους ξέρω»).
*Όσον αφορά κάτι ή σε κάτι;
Είναι τελικά εμπρόθετη ή απρόθετη η σύνταξη του ρήματος «αφορώ»; Η αρχική σύνταξη του ρήματος, όταν αυτό σήμαινε «αποσκοπώ, αναφέρομαι σε κάτι» και με αυτή τη σημασία χρειάζεται πρόθεση (π.χ. «το θέμα αυτό αφορά στην εκπαιδευτική πολιτική»). Ωστόσο, πλέον είναι συχνότερη η χρήση του ρήματος «αφορώ» με την σημασία του «ενδιαφέρω», οπότε και δεν χρειάζεται πρόθεση («αυτό δεν σε αφορά» και όχι «αυτό δεν αφορά σε εσένα»). Γενικότερα, στον ανεπίσημο προφορικό λόγο έχει επικρατήσει η απρόθετη σύνταξη, αλλά ο καθηγητής γλωσσολογίας κ. Μπαμπινιώτης αναφέρει πως «είναι ορθότερη η σύνταξη «αφορώ σ» (πβ αποβλέπω, αποσκοπώ σε).
Πηγή: www.in2life.gr


Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Οι γιαγιάδες μας θα είναι πάντα εδώ ακόμα κι αν φύγουν...!

Από παιδί θυμάμαι προσπαθώ να κλέψω το γλυκό μέσα απ ‘το βάζο κι εσύ όλο νόημα και ένα πονηρό χαμόγελο να με κοιτάς, γνέφοντας μου σαν μια μικρή υπόσχεση πως θα μου βάλεις όσο θέλω, αλλά και λίγο παραπάνω, αρκεί να μην κάνω καμία ζαβολιά.
Φυλάω τσίλιες μη μας δει η μαμά κι εσύ γεμίζεις το κρυστάλλινο πιατάκι με μπόλικο γλυκό βύσσινο απ ‘τα χεράκια σου. Είναι που τόσο μου άρεσε και μ’ αρέσει ακόμα κι ας μη μπορείς να μου το φτιάξεις πια η ίδια.
Η αίσθηση, η μυρωδιά, η γεύση, όλα έχουν μείνει. Αναμνήσεις απ’ το σπίτι να μοσχοβολάει κάθε φορά κι εγώ γυρνώντας απ’ το σχολείο σαν σίφουνας να μπαίνω μέσα και να βροντοφωνάζω «Θα φάμε γλυκό μετά το μεσημεριανό! Γιούπι! Σ ‘αγαπάω γιαγιά!».
Γιαγιάδες παντός τύπου, αξία ανεκτίμητη. Σε πιάνουν απ’ το μικροσκοπικό σου χεράκι και σε ταξιδεύουν σε αυλές να σου δείξουν τις κοτούλες και τ’ άλλα ζωάκια της φάρμας κάτι καλοκαίρια στο χωριό. Σου λένε παραμύθια και σε νανουρίζουν κι εσύ πάντοτε ζητάς κι άλλο γιατί ποτέ δεν κοιμάσαι και περιμένεις μιαν ακόμα ιστορία.
Σε μπουκώνουν στο φαί γιατί «Αν δε φας όλο σου το φαγητό, μετά παγωτό δεν έχει!» και σου πλέκουν ζιπουνάκια με λουλούδια χρωματιστά, μην πουντιάσεις κι αρρωστήσεις. Αλλά ακόμα κι όταν συμβαίνει αυτό, γιατί είσαι παιδί, η ζεστή σουπίτσα απ’ τα ροζιασμένα της χέρια σε περιμένει στο τραπέζι, σωστό γιατρικό και βάλσαμο.
Και τα χρόνια περνούν κι εσύ μεγαλώνεις και μεγαλώνει κι εκείνη κι ο κύκλος της ζωής πάντοτε σου υπενθυμίζει σκληρά πως ο χρόνος δεν είναι με το μέρος κανενός. Τη βλέπεις να γερνάει μέρα με τη μέρα, πολλές φορές απότομα και κάπως άδικα.
Όμως είναι εκεί πάντα και για τα πάντα. Μπορεί να μην είναι τόσο «ενεργή», ωστόσο θα σου κόψει ένα μήλο που είναι το αγαπημένο σου και θα στο φέρει η ίδια στο δωμάτιο κι ας πονάνε τα πόδια και η μέση της.
Θα σε ρωτήσει όλο στοργή κι ενδιαφέρον πώς ήταν η μέρα σου, το βράδυ που γυρνάς αργά στο σπίτι –εννοείται δε θα έχει κλείσει μάτι μέχρι τότε– και θα περιμένει όλο ανυπομονησία να της την περιγράψεις κι ας μην ακούει τόσο καλά πια. Μόνο όταν συμβεί αυτό θα κοιμηθεί ήρεμη.
Ακόμα και τώρα θα σε συμβουλέψει «Να προσέχεις στο δρόμο, υπάρχουν επικίνδυνοι. Τα βλέπω εγώ στις ειδήσεις τι γίνεται! Να βρεις ένα καλό παιδί να σε φροντίζει και να σ’ αγαπάει. Να ‘ναι μορφωμένος και σοβαρός και να μην έχει πολλά μούσια, να ‘χει πρόσωπο καθαρό!» Γελάς εσύ κάθε φορά με όλα αυτά και λες τα δικά σου, όμως η γιαγιά ξέρει. Και ξέρεις ότι ξέρει, γιατί κι εσύ κατά βάθος αυτό θες. Συν τα μούσια!
Παρόλο που πλέον εκείνη έχει ανάγκη την απόλυτη προσοχή σου –μην πέσει, μη χτυπήσει, μην ξεχάσει να πάρει τα χάπια της– οι ρόλοι δεν έχουν αντιστραφεί κι αυτό δε θα γίνει ποτέ, γιατί πάντα θα είσαι το μικρό της, το μπιμπελό της, η ζωή της.
«Του παιδιού μου το παιδί, είναι δυο φορές παιδί». Εμ, τι νομίζετε τζάμπα βγαίνουν οι λαϊκές ρήσεις; Σε είδε να κάνεις τα πρώτα σου βήματα, ήταν εκεί σε κάθε στιγμή, στο πρώτο σου δόντι, τα κλάματα, τα χτυπήματα, τα γενέθλια και τις χαρές σου όλες και κάθε Χριστούγεννα πάντοτε σου έπαιρνε τα καλύτερα δώρα και σου έφτιαχνε το αγαπημένο σου φαγητό.
Ύστερα σε είδε να περνάς στο Πανεπιστήμιο κι όλο υπερηφάνεια και καμάρι έλεγε στις φίλες της «Ναι ναι, πέρασε το παιδί! Θα γίνει δημοσιογράφος!». Βέβαια στην αποφοίτηση σου δεν κατάφερε να έρθει. Απόλαυσε τις φωτογραφίες πολύ όμως και το φόρεμα στο έραψε η ίδια. Πόσο θα ήθελε να είναι εκεί…
Γιαγιάδες ενωμένες, ποτέ νικημένες. Σου στέκονται σα μάνες και δε φεύγουν στιγμή, κι ας ξέρεις πως θα φύγουν γρήγορα ή αργά, γιατί έτσι επιβάλλουν οι νόμοι της φύσης, γιατί έτσι είναι η ζωή.
Πάντα έχουν μια καλή ιστορία να μοιραστούν, μια συμβουλή να δώσουν κι ένα φιλί στο μέτωπο όλο αγάπη να σου χαρίσουν, αφού σκύψεις αρκετά πια για να τις φτάσεις. Αγαπούν δίχως όρια, το εκφράζουν με κάθε τρόπο. Πολλές απ’ αυτές δυσκολεύονται να μιλήσουν ξέρετε, όμως κατάκοιτες έστω στο κρεβάτι θα σου σφίξουν το χέρι και θα σε κοιτάξουν βαθιά με τα ρυτιδιασμένα, όμως πάντοτε καθάρια μάτια τους και θα στο φωνάξουν «Είμαι εδώ. Για σένα. Δε σ ‘άφησα ποτέ. Μη μ’ αφήσεις!»
Επίσης, πολλές από αυτές δεν είναι πια εδώ και ταυτόχρονα ποτέ δε σταμάτησαν να είναι. Τις βλέπεις ακόμα στην κουζίνα να σου μαγειρεύουν, να σε νταντεύουν και γλυκά να σε κοιτούν κι εκείνες σε χαζεύουν από ψηλά και σε καμαρώνουν.
Να τις αγαπάτε τις γιαγιάδες σας παιδιά και να τις προσέχετε όσο τις έχετε. Αν η μάνα, είναι μάνα μια φορά, η γιαγιά είναι όντως δύο. Και αν πια δεν είναι, το γλυκό βύσσινο υπάρχει ακόμα εκεί να τη θυμίζει και να σας κάνει να τη ζείτε ξανά. Για πάντα.
Πηγή κειμένου: http://www.pillowfights.gr